κερασία

κερασία
Δέντρο του γένους Prunus της οικογένειας των ροδιδών (δικοτυλήδονα), ιθαγενές της ανατολικής Ευρώπης και της εύκρατης Ασίας. Περιλαμβάνει καλλιεργούμενες και άγριες ποικιλίες. Τα δύο πιο κοινά είδη του γένους είναι ο κέρασος ο γλυκόκαρπος (Prunus avium)και ο κέρασος ο ξινόκαρποςκοινός (Prunus cerasus). Και τα δύο είδη έχουν αρχαία καταγωγή (η κ. αναφέρεται από τον Θεόφραστο, πατέρα της βοτανικής, το 300 π.Χ.) και πιστεύεται ότι προήλθαν από περιοχές κοντά στη Μαύρη θάλασσα. Σπόροι της μεταφέρθηκαν στην Ευρώπη, πιθανόν από πουλιά, πριν ακόμα η ήπειρος κατοικηθεί από ανθρώπους. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Αμερική από τους Ευρωπαίους. Η γλυκόκαρπη κ. είναι αυτοφυής στα ορεινά δάση της Ελλάδας. Παράγει τα γνωστά κεράσια, τα οποία ωριμάζουν από τα μέσα Μαΐου μέχρι τον Ιούλιο, ανάλογα με την ποικιλία και την περιοχή, και θεωρούνται εξαιρετικοί επιτραπέζιοι καρποί. Είναι δέντρο με σημαντικές διαστάσεις και με καστανέρυθρο, αρκετά λείο φλοιό, ο οποίος έχει την τάση να ξεφλουδίζει κατά οριζόντιες λωρίδες στα ώριμα άτομα. Έχει αρκετά μεγάλα φύλλα, ωοειδή ή προμήκη, απλά, μη λοβωτά, με μικρό μίσχο, πριονωτά, με ίσου μεγέθους δόντια, των οποίων η άνω επιφάνεια είναι λεία, σχεδόν γυαλιστερή, ενώ η κάτω χνουδωτή. Τα άνθη της είναι λευκά, οργανωμένα σε σκιαδόμορφες ταξιανθίες των 2-6 μελών· έχουν πλατιά στεφάνη, με πέντε πέταλα, έναν στύλο και πολυάριθμους στήμονες. Η επιφυής ωοθήκη δίνει έναν εδώδιμο και γλυκό καρπό, που είναι σφαιρική ή καρδιόμορφη δρύπη, με μαλακή, τραγανή, κόκκινη, πορφυρένια ή κιτρινωπή σάρκα, η οποία περικλείει το σπέρμα (κουκούτσι). Το ξύλο της κ. έχει ρόδινο ανοιχτό χρώμα και χρησιμοποιείται στη λεπτοξυλουργική. Εκτός από τη γλυκόκαρπη κ., ανάλογο ενδιαφέρον –από πλευράς οπωροκαλλιέργειας– παρουσιάζει και η ξινόκαρπη κ. ή βυσσινιά, η οποία γενικά είναι μικρότερων διαστάσεων από την πρώτη. Αυτή παράγει τα γνωστά βύσσινα, τα οποία διαφέρουν από τα κεράσια, καθώς έχουν πιο κοντό ποδίσκο και γενικά πιο μαλακή και πιο υδαρή σάρκα, με όξινη ή ελαφρά πικρή γεύση, πάντα όμως ευχάριστη. Διακρίνονται σε βύσσινα ανοιχτόχρωμα και σκούρα ή κόκκινα και τρώγονται ως επιτραπέζια φρούτα. Η βυσσινιά φαίνεται ότι εισήχθη στην Ελλάδα μετά τον 11o αι. από τη Μικρά Ασία, όπου είναι αυτοφυής. Πρόκειται για φυλλοβόλο δέντρο μετρίων διαστάσεων, με λεπτές και κρεμαστές διακλαδώσεις. Οι καλλιεργούμενες ποικιλίες διακρίνονται σε δύο βασικές ομάδες: τις μαλακόκαρπες, με υδαρή σάρκα, και τις τραγανόκαρπες, με συνεκτική και τραγανή σάρκα, οι οποίες είναι κατάλληλες για κονσερβοποίηση. Συνολικά είναι γνωστές μερικές εκατοντάδες ποικιλίες κ. Η γεύση του καρπού (γλυκιά ή υπόξινη, περισσότερο ή λιγότερο αρωματική) και το εξωτερικό του χρώμα (υπόλευκο, κιτρινωπό, ζωηρό κόκκινο, πορφυρένιο καρμινίου ή μαυριδερό) παραλλάσσονται σημαντικά. Από πολλές ποικιλίες κερασιών και βύσσινων παρασκευάζονται μαρμελάδες, γλυκίσματα, ηδύποτα, σιρόπια κ.ά. Λίγες ποικιλίες είναι κατάλληλες για ξήρανση των καρπών τους. Από τα κεράσια εξάγεται ένα έλαιο που έχει άρωμα πικραμύγδαλου. Οι ποδίσκοι των κερασιών χρησιμοποιούνται στη φαρμακολογία βοτάνων για την παρασκευή ενός διουρητικού αφεψήματος. Οι καρποί περιέχουν πολλά ανόργανα άλατα (ειδικότερα κάλιο, φώσφορο, ασβέστιο και μαγνήσιο), σάκχαρα, βιταμίνες (κυρίως Α και C) και μηλικό οξύ. άγρια κ.Φυτό γνωστό με την επιστημονική ονομασία κέρασοςημαχαλέμπιος (Prunus serotina), της οικογένειας των ροδιδών. Είναι μικρό δέντρο ή θάμνος, ύψους 1-4 μ., με απλωτές διακλαδώσεις και ευωδιαστό ξύλο. Έχει ωοειδή, καρδιοειδή, πλατιά, οξύληκτα, λίγο πριονωτά φύλλα, μήκους 5-8 εκ. Τα άνθη του έχουν ωραία μυρωδιά, ενώ ο καρπός του είναι δρύπη, μεγέθους μπιζελιού, και δεν είναι εδώδιμος. Φυτρώνει σε ορεινές σκιερές και δασώδεις πλαγιές και ασβεστολιθικούς βράχους της ηπειρωτικής Ελλάδας, της Εύβοιας και της Πελοποννήσου. Η ψίχα των σπερμάτων του καρπού του χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική και κυκλοφορεί στο εμπόριο με την αραβικής προέλευσης ονομασία μεχλέπιμαχαλέπι. Το σκληρό και όμορφο ξύλο του χρησιμοποιείται στην ξυλουργική. Η κερασιά, δέντρο της οικογένειας των ροδιδών, είναι πολύ κοινό στην Ευρώπη και στην Ασία, με πολυάριθμες ποικιλίες που φτάνουν σε ύψος τα 15-25 μ. Στη φωτογραφία, κεράσια ποικιλίας κατάλληλης για κονσερβοποίηση. Άνθη της κερασιάς. Πάρκο με ανθισμένες κερασιές στην Ουάσινγκτον των ΗΠΑ (φωτ. ΑΠΕ).
* * *
κερασία, ἡ (Μ)
η προσφορά ποτηριού γεμάτου κρασί.
[ΕΤΥΜΟΛ. < -κέρασις (< κεράννυμι) + κατάλ. -ία].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • κερασιά — Δέντρο του γένους Prunus της οικογένειας των ροδιδών (δικοτυλήδονα), ιθαγενές της ανατολικής Ευρώπης και της εύκρατης Ασίας. Περιλαμβάνει καλλιεργούμενες και άγριες ποικιλίες. Τα δύο πιο κοινά είδη του γένους είναι ο κέρασος ο γλυκόκαρπος (Prunus …   Dictionary of Greek

  • κερασιά — η το οπωροφόρο δέντρο κερασιά: Έχει πολλές κερασιές το χωριό αυτό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κεράσια — κεράσιον fruit of the neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Νέα Κερασιά — Μεγάλος πεδινός οικισμός (υψόμ. 20 μ., 1.105 κάτ.) του νομού Θεσσαλονίκης. Βρίσκεται στο εσωτερικό του ακρωτηρίου Μεγάλο Καραμπουρνού, κοντά στη Νέα Μηχανιώνα. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Μηχανιώνας. Έως το 1981 ονομαζόταν Έμβολο …   Dictionary of Greek

  • δρύπη — Σαρκώδης καρπός με ξυλώδες ενδοκάρπιο (κουκούτσι), που αποτελεί το κέλυφος του πυρήνα. Η δ. είναι χαρακτηριστικός καρπός πολυάριθμων φυτών της οικογένειας των ροδιδών (υποοικογένεια προνοειδή, π.χ. δαμασκηνιά, κερασιά, βερικοκιά και ροδακινιά).… …   Dictionary of Greek

  • κέρασος — η (ΑΜ κέρασος, ὁ, Α και κερασός, ὁ) το οπωροφόρο δέντρο κερασιά. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. εμφανίζει το ληκτικό μόρφημα σος που είναι χαρακτηριστικό δάνειων λ. (πρβλ. θίασος, κάρπασος). Θα πρέπει να αποτελεί παλαιότατο δάνειο (πιθ. από την περιοχή τού… …   Dictionary of Greek

  • κεράσι — το (ΑΜ κεράσιον) ο καρπός τής κερασιάς νεοελλ. φρ. «όπου ακούς πολλά κεράσια κράτα και μικρό καλάθι» όταν ακούς βαρύγδουπα λόγια ή μεγάλες υποσχέσεις να είσαι επιφυλακτικός μσν. αρχ. η κερασιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < κέρασος + υποκορ. κατάλ. ι (ον), πρβλ …   Dictionary of Greek

  • κερασέα — Ονομασία οικισμών. Βλ. λ. Κερασιά. * * * η (Μ κερασέα) βλ. κερασιά …   Dictionary of Greek

  • ξύλο — Φυτικός ιστός, που σχηματίζει, στον βλαστό και στις ρίζες των φυτών, το ξυλώδες αγγειακό τμήμα των ηθμαγγειωδών δεσμίδων, ή σύστημα των αγωγών αγγείων· με το σύστημα αυτό μεταφέρεται και κυκλοφορεί ο ακατέργαστος χυμός, δηλαδή το νερό και οι… …   Dictionary of Greek

  • Paliani — (Παλιανή) is a municipality in the Heraklion Prefecture, Crete, Greece. Population 2,404 (2001). The seat of the municipality is in Venerato. Until 2002, the municipality was named Tetrachori .In the dimos local government of Paliani Παλιανή ,… …   Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”